Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Ὁ αἱρετικός καί ἡ Ἁγία μερίδα

Τριάντα μίλια μακριά πό τίς Αγαιές, πόλη τς Κιλικίας, σύχαζαν δύο στυλίτες. νας π’ ατούς ταν ρθόδοξος, ν λλος νηκε στήν αρεση το Σεβήρου. σκήτευαν σέ πόσταση ξι μιλίων νας πό τόν λλο. αρετικός κατηγοροσε τήν ρθόδοξη κκλησία καί προσπαθοσε μέ διάφορα πιχειρήματα νά παρασύρει στήν αρεσή του καί τόν ρθόδοξο. κενος τότε, θέλοντας νά τόν πληροφορήσει γιά τό ποιά εναι ρθή πίστη, το μήνυσε νά το στείλει μία μερίδα τς δικς του κοινωνίας.
αρετικός, νομίζοντας πώς θά δεχόταν ρθόδοξος τήν πλάνη του, στειλε μέ χαρά τή μερίδα. βαλε τότε ρθόδοξος να καζάνι νά βράζει κι ριξε μέσα τή μερίδα το αρετικο. μέσως ατή διαλύθηκε στό καυτό νερό το καζανιο.
στερα πρε μία μερίδα πό τήν γία Κοινωνία τς ρθόδοξης κκλησίας καί τήν ριξε κι ατή στό διο καζάνι πού κόχλαζε. Τήν δια στιγμή τό καζάνι κρύωσε, ν γία μερίδα χι μόνο δέν διαλύθηκε, μά οτε καν βράχηκε!

Το χάρισμα της προσευχής

Ο στάρετς Σαμψών (+1979) παρακινούσε τα πνευματικά του παιδιά να παρακαλούν επίμονα το Θεό για την απόκτηση του χαρίσματος της προσευχής λέγοντας: “Δίδαξέ με, Κύριε, να προσεύχομαι, δεν ξέρω να προσεύχομαι”.


Μερικές φορές, συμπλήρωνε ο στάρετς, το μυστικό αυτό μας αποκαλύπτεται στη θεία λειτουργία όταν κοινωνούμε. Γνώρισα έναν ιερέα που δεν μπορούσε να μάθει να προσεύχεται. Κάποτε λοιπόν, την ώρα που κοινωνούσε, πήρε το Σώμα του Χριστού με το αριστερό του χέρι, το έβαλε πάνω στο δεξί και άρχισε να διαβάζει, όπως συνήθως, την ευχή: «Πιστεύω, Κύριε, και ομολογώ… ». Όταν τελείωσε, κι ενώ από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα, άρχισε να παρακαλεί θερμά: Μάθε με, Κύριε, να προσεύχομαι, δεν έμαθα ακόμα να προσεύχομαι. Μόνο που διαβάζω τις ευχές. Αμέσως, καθώς ο ίδιος διηγήθηκε, το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα αόρατο Φως και μέσα του άνοιξε ένας άλλος νους. Άρχισε τότε να διαβάζει για δεύτερη φορά το «Πιστεύω, Κύριε…» χωρίς να σηκώνει τα μάτια από το δεσποτικό Σώμα. Τον πλησιάζει ο διάκος και του λέει: Πάτερ, ο κόσμος περιμένει. Το κοινωνικό είχε τελειώσει, αλλά ο ιερέας, όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε να συνέλθει. Στεκόταν σαν να τα ‘χε χαμένα, σαν στήλη άλατος. Και τούτο, γιατί κατάλαβε τι είναι ή προσευχή. Ένιωσε πως αναστήθηκε. Από τότε έκλαιγε ασταμάτητα και ποτέ πια δεν μπόρεσε ν’ ατενίσει το πανάχραντο Σώμα του Κυρίου χωρίς δάκρυα.



Όταν τελείται η θεία λειτουργία κάτω στη γη, τελείται και μία άλλη λειτουργία στον ουρανό. Αυτό αναφέρει ο χαρισματούχος στάρετς Σαμψών στις «Διδαχές» του, όπου διηγείται και το ακόλουθο περιστατικό: Κάποτε, στο καθολικό μιας μονής, την ώρα που γινόταν η θεία λειτουργία, ένας μοναχός διακονούσε και συνάμα προσευχόταν. Σε μία στιγμή, καθώς κοίταξε ψηλά, είδε τον ουρανό ανοιχτό και μία αγία τράπεζα. Εκεί μπροστά ήταν γονατιστοί τρεις αρχιερείς, ενώ παράπλευρα έστεκε μία χορωδία με απερίγραπτη ομορφιά. Γινόταν θεία λειτουργία, και την τελούσαν άγιοι ιεράρχες σαν τον μέγα Βασίλειο, τον θεολόγο Γρηγόριο και τον ιερό Χρυσόστομο. Ο μοναχός έμεινε να κοιτάζει, λες και ήταν μαρμαρωμένος. Όταν τον είδαν οι άλλοι μετά τη λειτουργία να στέκεται ακόμη ακίνητος και μουσκεμένος από τα δάκρυα, τον πήραν προσεκτικά απ’ το χέρι και τον πήγαν στο κελί του…

«Στάρετς Σαμψών», εκδ. Ι.Μ.Νικοπόλεως

Αρχειοθήκη ιστολογίου